τζαμώνω
•
- τοποθετώ τζάμι σε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζαμώνω < τζάμ(ι) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τζαμώνω | τζαμώνεις | τζαμώνει | τζαμώνουμε | τζαμώνετε | τζαμώνουν / τζαμώνουνε |
| Παρατατικός | τζάμωνα | τζάμωνες | τζάμωνε | τζαμώναμε | τζαμώνατε | τζάμωναν / τζαμώναν / τζαμώνανε |
| Αόριστος | τζάμωσα | τζάμωσες | τζάμωσε | τζαμώσαμε | τζαμώσατε | τζάμωσαν / τζαμώσαν / τζαμώσανε |
| Μέλλοντας | θα τζαμώνω / θα τζαμώσω | θα τζαμώνεις / θα τζαμώσεις | θα τζαμώνει / θα τζαμώσει | θα τζαμώνουμε / θα τζαμώσουμε | θα τζαμώνετε / θα τζαμώσετε | θα τζαμώνουν / θα τζαμώνουνε / θα τζαμώσουν / θα τζαμώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τζαμώσει | έχεις τζαμώσει | έχει τζαμώσει | έχουμε τζαμώσει | έχετε τζαμώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τζαμώσει | είχες τζαμώσει | είχε τζαμώσει | είχαμε τζαμώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τζαμώσει / να τζαμώνω / να τζαμώσω | να έχεις τζαμώσει / να τζαμώνεις / να τζαμώσεις | να έχει τζαμώσει / να τζαμώνει / να τζαμώσει | να έχουμε τζαμώσει / να τζαμώνουμε / να τζαμώσουμε | να έχετε τζαμώσει / να τζαμώνετε / να τζαμώσετε | να τζαμώνουν / να τζαμώνουνε / να τζαμώσουν / να τζαμώσουνε |
| Προστακτική | — | τζάμωνε / τζάμωσε | — | — | τζαμώνετε / τζαμώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →