τζελατίνα
•
- παρωχημένογκιλοτίνα, λαιμητόμος Βικιλεξικό
- Και μπαίνουν εις την τζελατίνα όλες οι κεφαλές. (Μακρυγιάννης (1797-1864), Απομνημονεύματα, 8)
Ετυμολογία
τζελατίνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική ghigliottina? (άμεσο δάνειο) γαλλική guillotine + -α? • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζελατίνα | τζελατίνες |
| Γενική | τζελατίνας | — |
| Αιτιατική | τζελατίνα | τζελατίνες |
| Κλητική | τζελατίνα | τζελατίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →