τζερεμές
•
- τα χρήματα που πληρώνει κάποιος για να αποκαταστήσει ζημιές, το πρόστιμο Βικιλεξικό
- να εύρητε εις το εξής κάθε χριστιανός της Κρήτης την ησυχίαν και ανάπαυσίν του, και να ηξεύρητε ότι θέλουν παύσει πλέον όλα τα πρώτα, ήγουν μήτε αγγαρίαις, μήτε τζερεμέδες ουδέ ζουλούμια θέλετε έχει πλέον. Χωρίς δε την εδικήν μας άδιεαν κανείς Τούρκος εις το εξής μικρός ή μεγάλος είτε εντόπιος είτε ξένος δεν θέλει ημπορέσει να εμβαίνη εις τα σπήτια σας (Καλλίνικος Κριτοβουλίδης, Απομνημονεύματα του περί αυτονομίας της Ελλάδος πολέμου των Κρητών, 1859, σελ. 582 https://www.google.gr/books/edition/Apomn%C4%93moneumata_tou_peri_autonomias_t%C4%93/a38TAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%84%CE%B6%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%B4%CE%B5%CF%82&pg=PA582&printsec=frontcover)
- συνεκδοχικάζημιά η οποία βαρύνει κάποιον ενώ δεν ευθύνεται γι' αυτήν Βικιλεξικό
- Ήδη, διαφαίνεται ότι έχουμε μια γενιά 60ρηδων, που ξοδεύει τα «φράγκα» της – εκτός των άλλων – για να αισθάνεται νεώτερη, ενώ οι νέοι, όπως πάει το πράγμα, θα γερνάνε πριν την ώρα τους πληρώνοντας τους «τζερεμέδες». (Από τους 60άρηδες στους… 40άρηδες, kozanilife.gr, 13/05/2013 https://www.kozanilife.gr/2013/05/13/arthro-panagiotis-tsioukras/)
- μεταφορικάάνθρωπος τεμπέλης και άχρηστος ή που προκαλεί ζημιές Βικιλεξικό
- Οι Έλληνες, αν κι έχουν μερικά κοινά ελαττώματα με τους Ιταλούς, είχανε πάντα γι' αυτούς μια ενδόμυχη περιφρόνηση - τους θεωρούσανε τζερεμέδες. Κι ήταν και τούτο ένας παράγοντας που συντέλεσε στο «αλβανικό έπος». Ένας άλλος παράγοντας, που πολύ λίγοι τον πρόσεξαν κι ακόμα πιο λίγοι τον επισήμαναν, ήταν η άρνηση του ιταλικού λαού να πολεμήσει σ'έναν πόλεμο που δεν τον νογούσε (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)
- Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας τους πήραν μαζί τους ομήρους στη Βιάννο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μινώταυρος, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
Ετυμολογία
τζερεμές < (άμεσο δάνειο) τουρκική cereme < αραβική غرامة (ghrama, πρόστιμο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζερεμές | τζερεμέδες |
| Γενική | τζερεμέ | τζερεμέδων |
| Αιτιατική | τζερεμέ | τζερεμέδες |
| Κλητική | τζερεμέ | τζερεμέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →