τζερτζελές
•
- λαϊκότροποδιασκεδαστική φασαρία, αναταραχή, αναστάτωση Βικιλεξικό
- Εξακολουθούσε να έχει το πιστό του ακροατήριο, αλλά ένα ακροατήριο πλέον συρρικνωμένο, γραφικό, του πολιτικού τζερτζελέ μάλλον παρά της πολιτικής ουσίας (Πέτρος Τατσόπουλος, Είσαι και φαίνεσαι: Μια αιχμηρή ματιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- άλλες μορφές: τζέρτζελο
- λαϊκότροποφασαριόζος, σαματατζής, ο πλακατζής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζερτζελές < τουρκική zelzele < τουρκική زلزله (zelzele, zerzele) < αραβική زلزلة (zalzala, σεισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζερτζελές | τζερτζελέδες |
| Γενική | τζερτζελέ | τζερτζελέδων |
| Αιτιατική | τζερτζελέ | τζερτζελέδες |
| Κλητική | τζερτζελέ | τζερτζελέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →