τζετ
•
- αεροπορικός όροςαεριωθούμενο Βικιλεξικό
- ακροφύσιο απ’ όπου εξέρχεται με δύναμη νερό ή άλλα υγρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζετ < αγγλική jet < παλαιά γαλλική get / giet < δημώδης λατινική *iectus / *jectus < λατινική iactus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος iacio
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →