τζιέρι
•
- ανατομίαεντόσθιο, σπλάχνο, συκώτι Βικιλεξικό
- προσφώνησηπροσφώνηση προσφιλούς προσώπου Βικιλεξικό
- «Τί έπαθες τζιέρι μου; Τι σου κάνανε;» «Μαμά, δεν είμαι καλά. Είμαι πολύ άρρωστη. Ήρθα έτσι όπως ήμουνα από την Κομοτηνή, χωρίς αποσκευές, χωρίς τίποτα. Αχ, μανούλα μου, πόσο δίκιο είχες... Πόσο δίκιο είχες όταν έλεγες να μην πάω εκεί πάνω... Σε παρακαλώ σ' εξορκίζω στον Θεό που λατρεύεις, μη με ξαναστείλεις εκεί πάνω, μανούλα μου, μη με ξαναστείλεις...
Ετυμολογία
τζιέρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική ciğer < περσική جگر (cīgar, συκώτι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζιέρι | τζιέρια |
| Γενική | τζιεριού | τζιεριών |
| Αιτιατική | τζιέρι | τζιέρια |
| Κλητική | τζιέρι | τζιέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →