τζιβαέρι
•
- ένας πολύτιμος λίθος Βικιλεξικό
- μεταφορικάο θησαυρός Βικιλεξικό
- Αχ, η ξενιτιά το χαίρεται, τζιβαέρι μου, το μοσχολούλουδό μου, σιγανά και ταπεινά. (Από δημοτικό τραγούδι)
Ετυμολογία
τζιβαέρι < τουρκική cevahir < αραβική جواهر (jawāhir), πληθυντικός του جوهرة (jawhara)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζιβαέρι | τζιβαέρια |
| Γενική | τζιβαεριού | τζιβαεριών |
| Αιτιατική | τζιβαέρι | τζιβαέρια |
| Κλητική | τζιβαέρι | τζιβαέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →