τζιγεροσαρμάς
•
- γαστρονομίασαρμάς που φτιάχνεται με κομμάτια αρνιού (συκωταριά, μπόλιες κ.ά.) τυλιγμένα με σκέπη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζιγεροσαρμάς < τζιγέρ(ι) + -ο- + σαρμάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζιγεροσαρμάς | τζιγεροσαρμάδες |
| Γενική | τζιγεροσαρμά | τζιγεροσαρμάδων |
| Αιτιατική | τζιγεροσαρμά | τζιγεροσαρμάδες |
| Κλητική | τζιγεροσαρμά | τζιγεροσαρμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →