τζιν
•
- άχρωμο οινοπνευματώδες ποτό Βικιλεξικό
- Ύστερα με ρώτησε αν είχα κάτι να πιει. -Τζιν τόνικ, ας πούμε. Δεν είναι δυνατόν να μην έχετε τζιν και τόνικ σ' ένα σπίτι σαν αυτό... - Ο Μαρκ εγώ πίνουμε πότε πότε τζιν, άρα μπορεί να υπάρχει ένα μπουκάλι, γι'αυτόν τον λόγο κι όχι επειδή «σ'ένα σπίτι σαν αυτό» πρέπει να υπάρχει τζιν. (Νίνο Χαρατισβίλι, Κοφτερή αγάπη, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)
- Έβαλε στο σέικερ μια μεζούρα τζιν, κάτι άλλο που πρέπει να ήταν βότκα και γύρισε προς την κάβα με τα ποτά. (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη, 2023)
- βαμβακερό ύφασμα με χαρακτηριστική διαγώνια ύφανση Βικιλεξικό
- παντελόνι από τέτοιο ύφασμα, κυρίως το λεγόμενο και μπλουτζίν Βικιλεξικό
- Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και καφενεία, ζαχαροπλαστεία με μπακλαβαδάκια, τουλούμπες, σεκέρ παρέ, κανταΐφια, κόκκους καφέ και λουκούμια με ροδέλαιο. Όλα τα καλά του κόσμου.
- Με τα δάχτυλα ακόμη μπλεγμένα, διασχίζουμε ατελείωτες σειρές από βίντατζ ρούχα στο αγαπημένο υπαίθριο παζάρι του Τζάσπερ. Δοκιμάζω ένα βίντατζ Σανέλ παλτό και ο Τζάσπερ αγοράζει κι άλλα τζιν για τη συλλογή του. (Shana Feste, Jen Besser, Ερωτευμένη Diana, μετάφραση Αγορίτσα Μπακοδήμου, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
Ετυμολογία
τζιν < (άμεσο δάνειο) αγγλική gin
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →