τζιπάκι
•
- υποκοριστικό του τζιπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζιπάκι < τζιπ + υποκοριστικό επίθημα -άκι < αγγλική jeep < G. P. < general purpose
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζιπάκι | τζιπάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | τζιπάκι | τζιπάκια |
| Κλητική | τζιπάκι | τζιπάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →