τζιριτζάντζουλα
•
- οικείοστροφή, στριφογύρισμα, ελιγμός Βικιλεξικό
- οικείο: κόλπο, νάζι, κάμωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζιριτζάντζουλα < Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια, πιθανή ετυμολογία < βενετική ziro (γύρος) + zirandola (παιδικός χάρτινος μύλος, ανεμοδούρα) * Κατά το λεξικό Μπαμπινώτη, γραφή με ύψιλον «τζυριτζάντουλα» < ιταλική gironzolare < girare < gyrare, απαρέμφατο τού gyro < gyrus < (ελληνιστική κοινή) (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζιριτζάντζουλα | τζιριτζάντζουλες |
| Γενική | τζιριτζάντζουλας | τζιριτζάντζουλων |
| Αιτιατική | τζιριτζάντζουλα | τζιριτζάντζουλες |
| Κλητική | τζιριτζάντζουλα | τζιριτζάντζουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →