Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζιριτζάντζουλα

/d͡zi.ɾiˈd͡zan.d͡zu.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικείοστροφή, στριφογύρισμα, ελιγμός Βικιλεξικό
  2. οικείο: κόλπο, νάζι, κάμωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τζιριτζάντζουλα < Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια, πιθανή ετυμολογία < βενετική ziro (γύρος) + zirandola (παιδικός χάρτινος μύλος, ανεμοδούρα) * Κατά το λεξικό Μπαμπινώτη, γραφή με ύψιλον «τζυριτζάντουλα» < ιταλική gironzolare < girare < gyrare, απαρέμφατο τού gyro < gyrus < (ελληνιστική κοινή) (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζιριτζάντζουλατζιριτζάντζουλες
Γενικήτζιριτζάντζουλαςτζιριτζάντζουλων
Αιτιατικήτζιριτζάντζουλατζιριτζάντζουλες
Κλητικήτζιριτζάντζουλατζιριτζάντζουλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →