τζιτζιλόνι
•
- παρωχημένομικρός σε μέγεθος γυάλινος λαμπερός (και ενίοτε χρωματιστός) βώλος με τον οποίο παίζαν τα παιδιά Βικιλεξικό
- οικείοτζιτζί Βικιλεξικό
- Είχα ένα μαγαζάκι, δέκα τετραγωνικά / τόσος κόπος και μεράκι πήγε στράφι τελικά. / Ήταν σκέτο τζιτζιλόνι με εμπορεύματα εκλεκτά, / μα μου ήρθε η εφορία και μου έφυγε η μαγκιά.
Ετυμολογία
τζιτζιλόνι < (άμεσο δάνειο) αλβανική xixëllonjë (πυγολαμπίδα) < xixë (σπίθα, σπινθήρας) < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζιτζιλόνι | τζιτζιλόνια |
| Γενική | τζιτζιλονιού | τζιτζιλονιών |
| Αιτιατική | τζιτζιλόνι | τζιτζιλόνια |
| Κλητική | τζιτζιλόνι | τζιτζιλόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →