τζιτζιμπίρα
•
- μη αλκοολούχο ανθρακούχο αναψυκτικό που έχει αρωματιστεί με πιπερόριζα (τζίντζερ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζιτζιμπίρα < αγγλική ginger beer < ginger (τζίντζερ, πιπερόριζα) + beer (μπίρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζιτζιμπίρα | τζιτζιμπίρες |
| Γενική | τζιτζιμπίρας | τζιτζιμπίρων |
| Αιτιατική | τζιτζιμπίρα | τζιτζιμπίρες |
| Κλητική | τζιτζιμπίρα | τζιτζιμπίρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →