τζιτζιφιόγκος
•
- παρωχημένομειωτικός χαρακτηρισμός άντρα, συνήθως νεαρής ηλικίας, που ντύνεται και συμπεριφέρεται με υπερβολική κομψότητα και παριστάνει τον γόη· λιμοκοντόρος, δανδής, κομψευόμενος, φλώρος Βικιλεξικό
- Ποιος είναι αυτός ο τζιτζιφιόγκος;
- Άδειασέ μας τη γωνιά ρε τζιτζιφιόγκε!
Ετυμολογία
τζιτζιφιόγκος < τζιτζί + φιόγκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζιτζιφιόγκος | τζιτζιφιόγκοι |
| Γενική | τζιτζιφιόγκου | τζιτζιφιόγκων |
| Αιτιατική | τζιτζιφιόγκο | τζιτζιφιόγκους |
| Κλητική | τζιτζιφιόγκε | τζιτζιφιόγκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →