Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζουτζές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γελωτοποιός Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάάνθρωπος που δεν είναι σοβαρός, ο γελοίος Βικιλεξικό
    • μ' έχει βάλει στο μάτι αυτός ο τζουτζές στη γραμματεία

Ετυμολογία

τζουτζές < (άμεσο δάνειο) τουρκική cüce ("νάνος") < περσική جوجه (cūca, "κοτοπουλάκι")

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζουτζέςτζουτζέδες
Γενικήτζουτζέτζουτζέδων
Αιτιατικήτζουτζέτζουτζέδες
Κλητικήτζουτζέτζουτζέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →