τζουτζές
•
- γελωτοποιός Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάάνθρωπος που δεν είναι σοβαρός, ο γελοίος Βικιλεξικό
- μ' έχει βάλει στο μάτι αυτός ο τζουτζές στη γραμματεία
Ετυμολογία
τζουτζές < (άμεσο δάνειο) τουρκική cüce ("νάνος") < περσική جوجه (cūca, "κοτοπουλάκι")
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζουτζές | τζουτζέδες |
| Γενική | τζουτζέ | τζουτζέδων |
| Αιτιατική | τζουτζέ | τζουτζέδες |
| Κλητική | τζουτζέ | τζουτζέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →