τζοχανταραίος
•
- ιστορίαεπίλεκτος σωματοφύλακας Βικιλεξικό
- Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι (δημοτικό, Της Λένως Μπότσαρη)
- μεταφορικάόρχεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζοχανταραίος < τουρκική çuhadar (=αξιωματικός στην υπηρεσία του σουλτάνου, ντυμένος με επίσημα τσόχινα υφάσματα) < çuha (=τσόχα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζοχανταραίος | τζοχανταραίοι |
| Γενική | τζοχανταραίου | τζοχανταραίων |
| Αιτιατική | τζοχανταραίο | τζοχανταραίους |
| Κλητική | τζοχανταραίε | τζοχανταραίοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →