Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζοχανταραίος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίαεπίλεκτος σωματοφύλακας Βικιλεξικό
    • Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι (δημοτικό, Της Λένως Μπότσαρη)
  2. μεταφορικάόρχεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τζοχανταραίος < τουρκική çuhadar (=αξιωματικός στην υπηρεσία του σουλτάνου, ντυμένος με επίσημα τσόχινα υφάσματα) < çuha (=τσόχα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζοχανταραίοςτζοχανταραίοι
Γενικήτζοχανταραίουτζοχανταραίων
Αιτιατικήτζοχανταραίοτζοχανταραίους
Κλητικήτζοχανταραίετζοχανταραίοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →