τζούρα
•
- λαϊκότροπορουφηξιά από τσιγάρο ή ναρκωτικό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημικρή ποσότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζούρα < σούρα < σουρώνω < ελληνιστική κοινή σειρόω / σειρῶ (σημασιολογικό δάνειο από την τουρκική cüra)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζούρα | τζούρες |
| Γενική | τζούρας | — |
| Αιτιατική | τζούρα | τζούρες |
| Κλητική | τζούρα | τζούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →