Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζούρα

/ˈd͡zuɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροπορουφηξιά από τσιγάρο ή ναρκωτικό Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημικρή ποσότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τζούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζούρα < σούρα < σουρώνω < ελληνιστική κοινή σειρόω / σειρῶ (σημασιολογικό δάνειο από την τουρκική cüra)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζούρατζούρες
Γενικήτζούρας—
Αιτιατικήτζούρατζούρες
Κλητικήτζούρατζούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →