Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζόβενο

/ˈd͡zo.ve.no/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεαρός Βικιλεξικό
    • Το δημαρχιλίκι δεν είναι επάγγελμα... Δείτε και την ηλικία μου, δεν είμαι κάνα τζόβενο», είπε αστειευόμενος στην απόφασή του να αποσυρθεί. (* «Μπουτάρης: Δεν είμαι και κανένα τζόβενο και δεν θα ευλογήσω κανέναν υποψήφιο για τον Δήμο», eleftherostypos.gr)
  2. ειρωνικόο άνθρωπος μεγάλης ηλικίας που παριστάνει τον νεότερο Βικιλεξικό
    • Γραφω, τώ λέγω, σάτυραν διά να κωμωδήσω ένα γεροντοπαλλήκαρο που μου κάνει το τζόβενο. -« Αλλα και συ, με λέγει, γεροντοπαλλήκαρο είσαι, αν και δεν κάμνης το τζόβενο. (Ho philokalos smyrnaios@books.google, 1850) (Χρειάζεται διαμόρφωση)
  3. μεταφορικάο νεαρός βοηθός Βικιλεξικό
  4. ναυτικός όροςο πρωτόμπαρκος ναύτης καταστρώματος, συνήθως καθαριστής καταστρώματος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τζόβενο < (άμεσο δάνειο) βενετική zovan(e) (ιταλική giovane (νέος)) < λατινική juvenis

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτζόβενοτζόβενα
Γενικήτζόβενουτζόβενων
Αιτιατικήτζόβενοτζόβενα
Κλητικήτζόβενοτζόβενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →