τζόβενο
•
- νεαρός Βικιλεξικό
- Το δημαρχιλίκι δεν είναι επάγγελμα... Δείτε και την ηλικία μου, δεν είμαι κάνα τζόβενο», είπε αστειευόμενος στην απόφασή του να αποσυρθεί. (* «Μπουτάρης: Δεν είμαι και κανένα τζόβενο και δεν θα ευλογήσω κανέναν υποψήφιο για τον Δήμο», eleftherostypos.gr)
- ειρωνικόο άνθρωπος μεγάλης ηλικίας που παριστάνει τον νεότερο Βικιλεξικό
- Γραφω, τώ λέγω, σάτυραν διά να κωμωδήσω ένα γεροντοπαλλήκαρο που μου κάνει το τζόβενο. -« Αλλα και συ, με λέγει, γεροντοπαλλήκαρο είσαι, αν και δεν κάμνης το τζόβενο. (Ho philokalos smyrnaios@books.google, 1850) (Χρειάζεται διαμόρφωση)
- μεταφορικάο νεαρός βοηθός Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςο πρωτόμπαρκος ναύτης καταστρώματος, συνήθως καθαριστής καταστρώματος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τζόβενο < (άμεσο δάνειο) βενετική zovan(e) (ιταλική giovane (νέος)) < λατινική juvenis
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζόβενο | τζόβενα |
| Γενική | τζόβενου | τζόβενων |
| Αιτιατική | τζόβενο | τζόβενα |
| Κλητική | τζόβενο | τζόβενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →