τη βγάζω καθαρή
•
- γλυτώνω την τιμωρία, την σύλληψη Βικιλεξικό
- γλυτώνω αρρώστια ή σωματική βλάβη Βικιλεξικό
- επιβιώνω, επιζώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τη βγάζω καθαρή < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
βγάζωκαθαρήν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →