τηλέτυπο
•
- είδος γραφομηχανής που μετατρέπει σε ψηφιακή μορφή ένα δακτυλογραφημένο μήνυμα και το μεταδίδει στον/στους παραλήπτη/ες του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλέτυπο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλέτυπο | τηλέτυπα |
| Γενική | τηλέτυπου / τηλετύπου | τηλετύπων |
| Αιτιατική | τηλέτυπο | τηλέτυπα |
| Κλητική | τηλέτυπο | τηλέτυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →