Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλαυγής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοαυτός που εκπέμπει φωτεινή ακτινοβολία, που φέγγει από μακριά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλαυγής < ΕΤΥΜ.αρχ.<τηλ(ε)+αυγής<αυγή, πβ.κ.λυκ-αυγής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλαυγήςτηλαυγήςτηλαυγές
Γενικήτηλαυγούςτηλαυγούςτηλαυγούς
Αιτιατικήτηλαυγήτηλαυγήτηλαυγές
Κλητικήτηλαυγή / τηλαυγήςτηλαυγήςτηλαυγές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλαυγείςτηλαυγείςτηλαυγή
Γενικήτηλαυγώντηλαυγώντηλαυγών
Αιτιατικήτηλαυγείςτηλαυγείςτηλαυγή
Κλητικήτηλαυγείςτηλαυγείςτηλαυγή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →