Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεβόμβα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βόμβα που κάποιος την πυροδοτεί από απόσταση Βικιλεξικό
    • Η τηλεβόμβα, που συναρμολόγησε η ίδια, αποδείχθηκε μοιραία για τη ζωή της. Κάτω από άγνωστες συνθήκες ­ ίσως από κάποιο αδέξιο χειρισμό ­ η τηλεβόμβα ενεργοποιήθηκε, οδηγώντας την 50χρονη Αγγλίδα στον θάνατο. (εφ. Τα Νέα, 04.05.2001)
  2. σπάνιο«βόμβα» / απρόσμενο σημαντικό γεγονός που αφορά τηλεοπτική εκπομπή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεβόμβα < τηλε- + βόμβα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεβόμβατηλεβόμβες
Γενικήτηλεβόμβαςτηλεβομβών
Αιτιατικήτηλεβόμβατηλεβόμβες
Κλητικήτηλεβόμβατηλεβόμβες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →