τηλεγραφείο
•
- το κτήριο στο οποίο λειτουργεί τηλέγραφος και η σχετική υπηρεσία αποστολής και λήψης τηλεγραφημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεγραφείο < τηλέγραφος + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεγραφείο | τηλεγραφεία |
| Γενική | τηλεγραφείου | τηλεγραφείων |
| Αιτιατική | τηλεγραφείο | τηλεγραφεία |
| Κλητική | τηλεγραφείο | τηλεγραφεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →