τηλεγραφικός
•
- σχετικός με τον τηλέγραφος· που μεταβιβάζεται μέσω τηλεγράφου Βικιλεξικό
- Τό ἄρθρον 2 τοῦ Β΄ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐξόδων, φέρον τόν τίτλον «Ἔξοδα γραφείου καί διαχειρίσεως», ὑποδιαιρούμενα εἰς θέρμανσιν καί φωτισμόν, εἰς γραφική ὕλην καί λοιπά, εἰς τηλεγραφικά καί ταχυδρομικά τέλη καί φύλακτρα χρεωγράφων, ἀναγράφει ἐν ὅλῳ δαπάνην δράχ. 1360 (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1893, σελ. 62)
Ετυμολογία
τηλεγραφικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεγραφικός | τηλεγραφική | τηλεγραφικό |
| Γενική | τηλεγραφικού | τηλεγραφικής | τηλεγραφικού |
| Αιτιατική | τηλεγραφικό | τηλεγραφική | τηλεγραφικό |
| Κλητική | τηλεγραφικέ | τηλεγραφική | τηλεγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεγραφικοί | τηλεγραφικές | τηλεγραφικά |
| Γενική | τηλεγραφικών | τηλεγραφικών | τηλεγραφικών |
| Αιτιατική | τηλεγραφικούς | τηλεγραφικές | τηλεγραφικά |
| Κλητική | τηλεγραφικοί | τηλεγραφικές | τηλεγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →