τηλεγραφώ
•
- μεταβιβάζω ένα μήνυμα μέσω τηλεγράφου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεγραφώ < τηλέγραφος + -ώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική télégraphier)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τηλεγραφώ | τηλεγραφείς | τηλεγραφεί | τηλεγραφούμε | τηλεγραφείτε | τηλεγραφούν / τηλεγραφούνε |
| Παρατατικός | τηλεγραφούσα | τηλεγραφούσες | τηλεγραφούσε | τηλεγραφούσαμε | τηλεγραφούσατε | τηλεγραφούσαν / τηλεγραφούσανε |
| Αόριστος | τηλεγράφησα | τηλεγράφησες | τηλεγράφησε | τηλεγραφήσαμε | τηλεγραφήσατε | τηλεγράφησαν / τηλεγραφήσαν / τηλεγραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα τηλεγραφήσω / θα τηλεγραφώ | θα τηλεγραφήσεις / θα τηλεγραφείς | θα τηλεγραφήσει / θα τηλεγραφεί | θα τηλεγραφήσουμε / θα τηλεγραφούμε | θα τηλεγραφήσετε / θα τηλεγραφείτε | θα τηλεγραφήσουν / θα τηλεγραφήσουνε / θα τηλεγραφούν / θα τηλεγραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω τηλεγραφήσει | έχεις τηλεγραφήσει | έχει τηλεγραφήσει | έχουμε τηλεγραφήσει | έχετε τηλεγραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τηλεγραφήσει | είχες τηλεγραφήσει | είχε τηλεγραφήσει | είχαμε τηλεγραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τηλεγραφήσει / να τηλεγραφήσω / να τηλεγραφώ | να έχεις τηλεγραφήσει / να τηλεγραφήσεις / να τηλεγραφείς | να έχει τηλεγραφήσει / να τηλεγραφήσει / να τηλεγραφεί | να έχουμε τηλεγραφήσει / να τηλεγραφήσουμε / να τηλεγραφούμε | να έχετε τηλεγραφήσει / να τηλεγραφήσετε / να τηλεγραφείτε | να τηλεγραφήσουν / να τηλεγραφήσουνε / να τηλεγραφούν / να τηλεγραφούνε |
| Προστακτική | — | τηλεγράφει / τηλεγράφησε | — | — | τηλεγραφήστε / τηλεγραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →