τηλεδίκη
•
- νομικός όροςεπίσημα χαρακτηρίζεται η δυνατότητα της εικονοτηλεκατάθεσης μαρτύρων, πραγματογνωμόνων, αποδεικτικών μέσων κ.λπ. κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας μιας δίκης Βικιλεξικό
- νεολογισμόςδημοσιογραφικός όρος με τον οποίο χαρακτηρίζεται σκωπτικά η όποια προσπάθεια τηλεπαρουσιαστών ν' αντικαταστήσουν την δικαστική εξουσία Βικιλεξικό
- έσπειραν τηλεδίκες και θέρισαν φόνους (πρωτοσέλιδο δημοσίευμα αθηναϊκής εφημερίδας)
Ετυμολογία
τηλεδίκη (νεολογισμός) < τηλε- + δίκη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεδίκη | τηλεδίκες |
| Γενική | τηλεδίκης | τηλεδικών |
| Αιτιατική | τηλεδίκη | τηλεδίκες |
| Κλητική | τηλεδίκη | τηλεδίκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →