Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεδίκη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςεπίσημα χαρακτηρίζεται η δυνατότητα της εικονοτηλεκατάθεσης μαρτύρων, πραγματογνωμόνων, αποδεικτικών μέσων κ.λπ. κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας μιας δίκης Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςδημοσιογραφικός όρος με τον οποίο χαρακτηρίζεται σκωπτικά η όποια προσπάθεια τηλεπαρουσιαστών ν' αντικαταστήσουν την δικαστική εξουσία Βικιλεξικό
    • έσπειραν τηλεδίκες και θέρισαν φόνους (πρωτοσέλιδο δημοσίευμα αθηναϊκής εφημερίδας)

Ετυμολογία

τηλεδίκη (νεολογισμός) < τηλε- + δίκη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεδίκητηλεδίκες
Γενικήτηλεδίκηςτηλεδικών
Αιτιατικήτηλεδίκητηλεδίκες
Κλητικήτηλεδίκητηλεδίκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →