τηλεδημοσιογράφος
•
- νεολογισμόςδημοσιογράφος σε τηλεοπτικό κανάλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεδημοσιογράφος (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική telejournalist. Μορφολογικά αναλύεται σε τηλε- + δημοσιογράφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεδημοσιογράφος | τηλεδημοσιογράφοι |
| Γενική | τηλεδημοσιογράφου | τηλεδημοσιογράφων |
| Αιτιατική | τηλεδημοσιογράφο | τηλεδημοσιογράφους |
| Κλητική | τηλεδημοσιογράφε | τηλεδημοσιογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →