Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεδημοσιογράφος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςδημοσιογράφος σε τηλεοπτικό κανάλι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεδημοσιογράφος (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική telejournalist. Μορφολογικά αναλύεται σε τηλε- + δημοσιογράφος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεδημοσιογράφοςτηλεδημοσιογράφοι
Γενικήτηλεδημοσιογράφουτηλεδημοσιογράφων
Αιτιατικήτηλεδημοσιογράφοτηλεδημοσιογράφους
Κλητικήτηλεδημοσιογράφετηλεδημοσιογράφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →