τηλεδιάσκεψη
•
- η διάσκεψη που πραγματοποιείται με την αποστολή ήχου και εικόνας μέσω διαδικτύου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεδιάσκεψη (νεολογισμός) < τηλε- + διάσκεψη ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική teleconference)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεδιάσκεψη | τηλεδιασκέψεις |
| Γενική | τηλεδιάσκεψης | τηλεδιασκέψεων |
| Αιτιατική | τηλεδιάσκεψη | τηλεδιασκέψεις |
| Κλητική | τηλεδιάσκεψη | τηλεδιασκέψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →