τηλεκαταγραφικός
•
- που έχει σχέση με καταγραφή από μακριά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεκαταγραφικός < τηλε- + καταγραφικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεκαταγραφικός | τηλεκαταγραφική | τηλεκαταγραφικό |
| Γενική | τηλεκαταγραφικού | τηλεκαταγραφικής | τηλεκαταγραφικού |
| Αιτιατική | τηλεκαταγραφικό | τηλεκαταγραφική | τηλεκαταγραφικό |
| Κλητική | τηλεκαταγραφικέ | τηλεκαταγραφική | τηλεκαταγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεκαταγραφικοί | τηλεκαταγραφικές | τηλεκαταγραφικά |
| Γενική | τηλεκαταγραφικών | τηλεκαταγραφικών | τηλεκαταγραφικών |
| Αιτιατική | τηλεκαταγραφικούς | τηλεκαταγραφικές | τηλεκαταγραφικά |
| Κλητική | τηλεκαταγραφικοί | τηλεκαταγραφικές | τηλεκαταγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →