Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεκαταγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με καταγραφή από μακριά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεκαταγραφικός < τηλε- + καταγραφικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλεκαταγραφικόςτηλεκαταγραφικήτηλεκαταγραφικό
Γενικήτηλεκαταγραφικούτηλεκαταγραφικήςτηλεκαταγραφικού
Αιτιατικήτηλεκαταγραφικότηλεκαταγραφικήτηλεκαταγραφικό
Κλητικήτηλεκαταγραφικέτηλεκαταγραφικήτηλεκαταγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλεκαταγραφικοίτηλεκαταγραφικέςτηλεκαταγραφικά
Γενικήτηλεκαταγραφικώντηλεκαταγραφικώντηλεκαταγραφικών
Αιτιατικήτηλεκαταγραφικούςτηλεκαταγραφικέςτηλεκαταγραφικά
Κλητικήτηλεκαταγραφικοίτηλεκαταγραφικέςτηλεκαταγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →