τηλεκατευθυνόμενος
•
- που (τίθεται σε λειτουργία και) κατευθύνεται από απόσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεκατευθυνόμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος τηλεκατευθύνω
Άλλοι τύποι
τηλεκατευθυνόμενατηλεκατευθυνόμενετηλεκατευθυνόμενεςτηλεκατευθυνόμενητηλεκατευθυνόμενηςτηλεκατευθυνόμενοτηλεκατευθυνόμενοιτηλεκατευθυνόμενοςτηλεκατευθυνόμενουτηλεκατευθυνόμενουςτηλεκατευθυνόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →