Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεκινηματογράφος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κινηματογράφοςμηχάνημα προβολής κινηματογραφικών ταινιών στην τηλεόραση ή μετατροπής τους (π.χ. από φιλμ 35mm ή 16mm) σε ψηφιακή μορφή ή σε μορφή κατάλληλη για τηλεοπτική μετάδοση, ώστε να μπορεί να προβληθεί σε τηλεόραση, να υποστεί επεξεργασία ή να ψηφιοποιηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεκινηματογράφος < τηλε- + κινηματογραφία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική telecine)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεκινηματογράφοςτηλεκινηματογράφοι
Γενικήτηλεκινηματογράφουτηλεκινηματογράφων
Αιτιατικήτηλεκινηματογράφοτηλεκινηματογράφους
Κλητικήτηλεκινηματογράφετηλεκινηματογράφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →