Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεκριτικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που είναι κριτικός τηλεοπτικών εκπομπών Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτηλεκριτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεκριτικός < τηλε- + κριτικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεκριτικόςτηλεκριτικοί
Γενικήτηλεκριτικούτηλεκριτικών
Αιτιατικήτηλεκριτικότηλεκριτικούς
Κλητικήτηλεκριτικέτηλεκριτικοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τηλεκριτικός

επίθετο
•
  1. που έχει σχέση με την τηλεκριτική ή τους τηλεκριτικούς ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεκριτικός < τηλε- + κριτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλεκριτικόςτηλεκριτικόςτηλεκριτικός
Γενικήτηλεκριτικούτηλεκριτικούτηλεκριτικού
Αιτιατικήτηλεκριτικότηλεκριτικότηλεκριτικό
Κλητικήτηλεκριτικέτηλεκριτικέτηλεκριτικέ

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλεκριτικοίτηλεκριτικοίτηλεκριτικοί
Γενικήτηλεκριτικώντηλεκριτικώντηλεκριτικών
Αιτιατικήτηλεκριτικούςτηλεκριτικούςτηλεκριτικούς
Κλητικήτηλεκριτικοίτηλεκριτικοίτηλεκριτικοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →