τηλεμέτρηση
•
- η συγκέντρωση από απόσταση των αποτελεσμάτων μιας μέτρησης Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: τηλεμετρία
- η μέτρηση της τηλεθέασης τηλεοπτικών σταθμών ή της απήχησης ραδιοφωνικών σταθμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεμέτρηση < τηλε- + μέτρηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεμέτρηση | τηλεμετρήσεις |
| Γενική | τηλεμέτρησης | τηλεμετρήσεων |
| Αιτιατική | τηλεμέτρηση | τηλεμετρήσεις |
| Κλητική | τηλεμέτρηση | τηλεμετρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →