τηλεμεταφορά
•
- μεταφορά κβαντικής πληροφορίας από ένα σημείο σε άλλο με αυτόματη καταστροφή της αρχικής πληροφορίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεμεταφορά < τηλε- + μεταφορά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεμεταφορά | τηλεμεταφορές |
| Γενική | τηλεμεταφοράς | τηλεμεταφορών |
| Αιτιατική | τηλεμεταφορά | τηλεμεταφορές |
| Κλητική | τηλεμεταφορά | τηλεμεταφορές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →