Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεμεταφορά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεταφορά κβαντικής πληροφορίας από ένα σημείο σε άλλο με αυτόματη καταστροφή της αρχικής πληροφορίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεμεταφορά < τηλε- + μεταφορά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεμεταφοράτηλεμεταφορές
Γενικήτηλεμεταφοράςτηλεμεταφορών
Αιτιατικήτηλεμεταφοράτηλεμεταφορές
Κλητικήτηλεμεταφοράτηλεμεταφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →