Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεπερσόνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςάτομο που θεωρείται ότι αποτελεί τηλεοπτική προσωπικότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεπερσόνα < τηλε- + περσόνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεπερσόνατηλεπερσόνες
Γενικήτηλεπερσόναςτηλεπερσόνων
Αιτιατικήτηλεπερσόνατηλεπερσόνες
Κλητικήτηλεπερσόνατηλεπερσόνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →