Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεσκηνοθέτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελματο άτομο που επιλέγει και εναλλάσσει τα πλάνα που προβάλλονται σε τηλεοπτικά προγράμματα και εκπομπές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεσκηνοθέτης < τηλε- + σκηνοθέτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεσκηνοθέτηςτηλεσκηνοθέτες
Γενικήτηλεσκηνοθέτητηλεσκηνοθετών
Αιτιατικήτηλεσκηνοθέτητηλεσκηνοθέτες
Κλητικήτηλεσκηνοθέτητηλεσκηνοθέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →