Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεσκοπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το τηλεσκόπιο Βικιλεξικό
  2. που είναι κατασκευασμένος από κυλινδρικά μέρη διαφορετικής διατομής κατά τρόπο ώστε το ένα μέρος να μπορεί να συμπτύσσεται μέσα στο άλλο και επομένως το μήκος του συνόλου να αυξομειώνεται Βικιλεξικό
    • τηλεσκοπική κεραία

Ετυμολογία

τηλεσκοπικός < τηλεσκόπιο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλεσκοπικόςτηλεσκοπικήτηλεσκοπικό
Γενικήτηλεσκοπικούτηλεσκοπικήςτηλεσκοπικού
Αιτιατικήτηλεσκοπικότηλεσκοπικήτηλεσκοπικό
Κλητικήτηλεσκοπικέτηλεσκοπικήτηλεσκοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτηλεσκοπικοίτηλεσκοπικέςτηλεσκοπικά
Γενικήτηλεσκοπικώντηλεσκοπικώντηλεσκοπικών
Αιτιατικήτηλεσκοπικούςτηλεσκοπικέςτηλεσκοπικά
Κλητικήτηλεσκοπικοίτηλεσκοπικέςτηλεσκοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →