τηλεσκοπικός
•
- σχετικός με το τηλεσκόπιο Βικιλεξικό
- που είναι κατασκευασμένος από κυλινδρικά μέρη διαφορετικής διατομής κατά τρόπο ώστε το ένα μέρος να μπορεί να συμπτύσσεται μέσα στο άλλο και επομένως το μήκος του συνόλου να αυξομειώνεται Βικιλεξικό
- τηλεσκοπική κεραία
Ετυμολογία
τηλεσκοπικός < τηλεσκόπιο
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεσκοπικός | τηλεσκοπική | τηλεσκοπικό |
| Γενική | τηλεσκοπικού | τηλεσκοπικής | τηλεσκοπικού |
| Αιτιατική | τηλεσκοπικό | τηλεσκοπική | τηλεσκοπικό |
| Κλητική | τηλεσκοπικέ | τηλεσκοπική | τηλεσκοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεσκοπικοί | τηλεσκοπικές | τηλεσκοπικά |
| Γενική | τηλεσκοπικών | τηλεσκοπικών | τηλεσκοπικών |
| Αιτιατική | τηλεσκοπικούς | τηλεσκοπικές | τηλεσκοπικά |
| Κλητική | τηλεσκοπικοί | τηλεσκοπικές | τηλεσκοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →