τηλεφημερίδα
•
- το τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεφημερίδα < τηλε- + εφημερίδα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική téléjournal)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεφημερίδα | τηλεφημερίδες |
| Γενική | τηλεφημερίδας | τηλεφημερίδων |
| Αιτιατική | τηλεφημερίδα | τηλεφημερίδες |
| Κλητική | τηλεφημερίδα | τηλεφημερίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →