Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεφωνήτρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαθηλυκό του τηλεφωνητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεφωνήτρια < τηλεφωνητής + -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεφωνήτριατηλεφωνήτριες
Γενικήτηλεφωνήτριαςτηλεφωνητριών
Αιτιατικήτηλεφωνήτριατηλεφωνήτριες
Κλητικήτηλεφωνήτριατηλεφωνήτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →