Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηλεψήφος

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικόη τηλεψηφοφορία Βικιλεξικό
  2. έγκυρη απεσταλμένη επιλογή επί τηλεψηφοφορίας, η ψήφος σε τηλεψηφοφορία Βικιλεξικό
  3. πολιτικήη εκλογική τηλεψήφος, εκλογική ψήφος μέσω ίντερνετ ή ασφαλούς δικτύου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τηλεψήφος (νεολογισμός) < τηλε- + ψήφος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική televoting)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτηλεψήφοςτηλεψήφοι
Γενικήτηλεψήφουτηλεψήφων
Αιτιατικήτηλεψήφοτηλεψήφους
Κλητικήτηλεψήφε / τηλεψήφοτηλεψήφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →