τηλεψήφος
•
- προφορικόη τηλεψηφοφορία Βικιλεξικό
- έγκυρη απεσταλμένη επιλογή επί τηλεψηφοφορίας, η ψήφος σε τηλεψηφοφορία Βικιλεξικό
- πολιτικήη εκλογική τηλεψήφος, εκλογική ψήφος μέσω ίντερνετ ή ασφαλούς δικτύου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηλεψήφος (νεολογισμός) < τηλε- + ψήφος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική televoting)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηλεψήφος | τηλεψήφοι |
| Γενική | τηλεψήφου | τηλεψήφων |
| Αιτιατική | τηλεψήφο | τηλεψήφους |
| Κλητική | τηλεψήφε / τηλεψήφο | τηλεψήφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →