Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τηράω

/tiˈɾa.o/ρήμα
•
  1. δημοτικήκοιτάζω με ένταση, σαν το παρατηρώ, βλέπω Βικιλεξικό
    • … το 'να (παιδί) τηράει το Δομοκό, τ' άλλο τη Μακρυνίτσα και μια βαρκούλα έρχεται ….
    • Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα, με τα σγουρά φτεράκια του στον ήλιο πεταρίζει, Κι αν το τηράξεις μια φορά θα σου χαμογελάσει κι αν το τηράξεις δυο και τρεις θ’ αρχίσεις το τραγούδι.

Ετυμολογία

τηράω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τηράω < διατηρώντας τη σημασία όπως στην (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τηρῶ με νεότερη κατάληξη -άω, συνηρημένος τύπος του τηρέω (παρατηρώ). Παραβάλετε τηρώ και ποντιακά τερώ.

Άλλοι τύποι

τήραγατήραξατηράξωτηρούσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →