τηρών
•
- λόγιοπου τηρεί Βικιλεξικό
- οδηγίες για τηρούντες λογιστικά αρχεία
- λόγιοπου τηρεί Βικιλεξικό
- οι τηρούντες τη νηστεία
Ετυμολογία
τηρών, (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τηρῶν, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τηρῶ, συνηρημένου τύπου του τηρέω
Άλλοι τύποι
τηρουσώντηρούντηρούντατηρούντεςτηρούντοςτηρούντωντηρούσατηρούσαςτηρούσεςτηρούσηςτηρών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →