τι κάνεις
•
- κυριολεκτικάποια πράξη κάνεις (αυτή τη στιγμή); Βικιλεξικό
- — Τι κάνεις εκεί;
- — Πλένω πιάτα.
- — Άστα. Θα τα κάνω εγώ αργότερα.
- άλλες μορφές: επίσημο, σε πληθυντικό ευγενείας: τι κάνετε;
- χαιρετισμόςσε τι ψυχική κατάσταση βρίσκεσαι; η ζωή σου είναι καλή; Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: επίσημο, σε πληθυντικό ευγενείας: τι κάνετε;
- εκφράσεις: τι μου κάνεις;
Ετυμολογία
τι κάνεις; → δείτε τη λέξη τι (ερωτηματική αντωνυμία,) & κάνεις (δεύτερο πρόσωπο ενικού του κάνω
Άλλοι τύποι
τι κάνεις;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →