Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τιθασεύω

/ti.θaˈse.vo/ρήμα
•
  1. εξημερώνω άγριο ζώο Βικιλεξικό
    • έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
  2. μεταφορικάκάνω κάποιον να υπακούει στη βούλησή μου, ελέγχω κάτι / κάποιον Βικιλεξικό
    • δεν μπορεί να τιθασεύσει τα νεύρα του

Ετυμολογία

τιθασεύω < αρχαία ελληνική < τιθασός (: αρχικά, το εξημερωμένο ζώο)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτιθασεύωτιθασεύειςτιθασεύειτιθασεύουμετιθασεύετετιθασεύουν / τιθασεύουνε
Παρατατικόςτιθάσευατιθάσευεςτιθάσευετιθασεύαμετιθασεύατετιθάσευαν / τιθασεύαν / τιθασεύανε
Αόριστοςτιθάσεψατιθάσεψεςτιθάσεψετιθασέψαμετιθασέψατετιθάσεψαν / τιθασέψαν / τιθασέψανε
Μέλλονταςθα τιθασέψω / θα τιθασεύωθα τιθασέψεις / θα τιθασεύειςθα τιθασέψει / θα τιθασεύειθα τιθασέψουμε / θα τιθασεύουμεθα τιθασέψετε / θα τιθασεύετεθα τιθασέψουν / θα τιθασέψουνε / θα τιθασεύουν / θα τιθασεύουνε
Παρακείμενοςέχω τιθασέψειέχεις τιθασέψειέχει τιθασέψειέχουμε τιθασέψει——
Υπερσυντέλικοςείχα τιθασέψειείχες τιθασέψειείχε τιθασέψειείχαμε τιθασέψει——
Υποτακτικήνα έχω τιθασέψει / να τιθασέψω / να τιθασεύωνα έχεις τιθασέψει / να τιθασέψεις / να τιθασεύειςνα έχει τιθασέψει / να τιθασέψει / να τιθασεύεινα έχουμε τιθασέψει / να τιθασέψουμε / να τιθασεύουμενα τιθασέψετε / να τιθασεύετενα τιθασέψουν / να τιθασέψουνε / να τιθασεύουν / να τιθασεύουνε
Προστακτική—έχε τιθασεμένο / τιθάσευε / τιθάσεψε——τιθασέψτε / τιθασεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →