τιθασεύω
•
- εξημερώνω άγριο ζώο Βικιλεξικό
- έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- μεταφορικάκάνω κάποιον να υπακούει στη βούλησή μου, ελέγχω κάτι / κάποιον Βικιλεξικό
- δεν μπορεί να τιθασεύσει τα νεύρα του
Ετυμολογία
τιθασεύω < αρχαία ελληνική < τιθασός (: αρχικά, το εξημερωμένο ζώο)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τιθασεύω | τιθασεύεις | τιθασεύει | τιθασεύουμε | τιθασεύετε | τιθασεύουν / τιθασεύουνε |
| Παρατατικός | τιθάσευα | τιθάσευες | τιθάσευε | τιθασεύαμε | τιθασεύατε | τιθάσευαν / τιθασεύαν / τιθασεύανε |
| Αόριστος | τιθάσεψα | τιθάσεψες | τιθάσεψε | τιθασέψαμε | τιθασέψατε | τιθάσεψαν / τιθασέψαν / τιθασέψανε |
| Μέλλοντας | θα τιθασέψω / θα τιθασεύω | θα τιθασέψεις / θα τιθασεύεις | θα τιθασέψει / θα τιθασεύει | θα τιθασέψουμε / θα τιθασεύουμε | θα τιθασέψετε / θα τιθασεύετε | θα τιθασέψουν / θα τιθασέψουνε / θα τιθασεύουν / θα τιθασεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω τιθασέψει | έχεις τιθασέψει | έχει τιθασέψει | έχουμε τιθασέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τιθασέψει | είχες τιθασέψει | είχε τιθασέψει | είχαμε τιθασέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τιθασέψει / να τιθασέψω / να τιθασεύω | να έχεις τιθασέψει / να τιθασέψεις / να τιθασεύεις | να έχει τιθασέψει / να τιθασέψει / να τιθασεύει | να έχουμε τιθασέψει / να τιθασέψουμε / να τιθασεύουμε | να τιθασέψετε / να τιθασεύετε | να τιθασέψουν / να τιθασέψουνε / να τιθασεύουν / να τιθασεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε τιθασεμένο / τιθάσευε / τιθάσεψε | — | — | τιθασέψτε / τιθασεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →