τικ
•
- χορόςζωηρός ποντιακός χορός, με παραλλαγές μονόν, διπλόν, τρομαχτόν, σο γόνατον Βικιλεξικό
- Στα ποντιακά χωριά χορεύονται οι χοροί Τικ, Κότσαρι, Ομάλ, Σερανίτσα, Σέρα (περιοδ. Αρχαιολογία, τεύχη 90-93, 2004, σελ 60)
- με βάση τους παραπάνω ρυθμούς αποδίδονται όλοι οι χοροί της ποντιακής μουσικής παράδοσης, το Τικ (μονόν, διπλόν, τρομαχτόν, σο γόνατον), ο χορός Κατς, ο χορός Σέρρα (πυρρίχειος), των μαχαιριών, ο χορός Σερανίτσα, το Ομάλ (μονόν, διπλόν, κοτσιχτόν εμπρ' -οπίσ΄ (Ο Πόντος των Ελλήνων, εκδ. Έφεσος, εκδ. Γιώργος Α. Γιαννακόπουλος, 2003, σελ. 240)
- ακούσια απότομη και σπασμωδική κίνηση Βικιλεξικό
- Ό,τι έλεγε, κάθε του λέξη, κάθε δικό του σουσούμι, ακόμη και τα τικ και οι ιδιομορφίες του, όλα μου εντυπώνονταν επακριβώς και την κατάλληλη στιγμή ήμουν σε θέση να τα σερβίρω λες και είχα το κοπιράιτ. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- βοτανικήείδος τροπικού δένδρου, του γένους Tectona grandis, εγγενές στην νότια και νοτιο-ανατολική Ασία Βικιλεξικό
- το ξύλο του ομώνυμου δένδρου, που είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό Βικιλεξικό
- σύμβολο που υποδεικνύει επιβεβαίωση Βικιλεξικό
- Βάλε τικ σε όλες τις απαντήσεις στις οποίες συμμετείχες (από ερωτηματολόγιο προς μαθητές, Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, ανακτήθηκε στις 18/05/2024)
Ετυμολογία
τικ < ποντιακή τικ (όρθιος) < τουρκική dik (κάθετος, ορθός, απόλυτος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →