τιμαλφή
•
- χρυσαφικά, κοσμήματα, πολύτιμοι λίθοι ή γενικότερα μικροαντικείμενα που θεωρούνται πολύτιμα, εκτός από χρήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιμαλφή < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τιμαλφής (αρχαία ελληνικά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τιμαλφή | τιμαλφή |
| Γενική | — | τιμαλφών |
| Αιτιατική | — | τιμαλφή |
| Κλητική | — | τιμαλφή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →