Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τιμαριθμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικονομίαπου έχει σχέση με τον τιμάριθμο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τιμαριθμικός < τιμάριθμος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτιμαριθμικόςτιμαριθμικήτιμαριθμικό
Γενικήτιμαριθμικούτιμαριθμικήςτιμαριθμικού
Αιτιατικήτιμαριθμικότιμαριθμικήτιμαριθμικό
Κλητικήτιμαριθμικέτιμαριθμικήτιμαριθμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτιμαριθμικοίτιμαριθμικέςτιμαριθμικά
Γενικήτιμαριθμικώντιμαριθμικώντιμαριθμικών
Αιτιατικήτιμαριθμικούςτιμαριθμικέςτιμαριθμικά
Κλητικήτιμαριθμικοίτιμαριθμικέςτιμαριθμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →