τιμαριθμοποιώ
•
- οικονομίακάνω τιμαριθμοποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιμαριθμοποιώ < τιμάριθμος + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τιμαριθμοποιώ | τιμαριθμοποιείς | τιμαριθμοποιεί | τιμαριθμοποιούμε | τιμαριθμοποιείτε | τιμαριθμοποιούν / τιμαριθμοποιούνε |
| Παρατατικός | τιμαριθμοποιούσα | τιμαριθμοποιούσες | τιμαριθμοποιούσε | τιμαριθμοποιούσαμε | τιμαριθμοποιούσατε | τιμαριθμοποιούσαν / τιμαριθμοποιούσανε |
| Αόριστος | τιμαριθμοποίησα | τιμαριθμοποίησες | τιμαριθμοποίησε | τιμαριθμοποιήσαμε | τιμαριθμοποιήσατε | τιμαριθμοποίησαν / τιμαριθμοποιήσαν / τιμαριθμοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα τιμαριθμοποιήσω / θα τιμαριθμοποιώ | θα τιμαριθμοποιήσεις / θα τιμαριθμοποιείς | θα τιμαριθμοποιήσει / θα τιμαριθμοποιεί | θα τιμαριθμοποιήσουμε / θα τιμαριθμοποιούμε | θα τιμαριθμοποιήσετε / θα τιμαριθμοποιείτε | θα τιμαριθμοποιήσουν / θα τιμαριθμοποιήσουνε / θα τιμαριθμοποιούν / θα τιμαριθμοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω τιμαριθμοποιήσει | έχεις τιμαριθμοποιήσει | έχει τιμαριθμοποιήσει | έχουμε τιμαριθμοποιήσει | έχετε τιμαριθμοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τιμαριθμοποιήσει | είχες τιμαριθμοποιήσει | είχε τιμαριθμοποιήσει | είχαμε τιμαριθμοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τιμαριθμοποιήσει / να τιμαριθμοποιήσω / να τιμαριθμοποιώ | να έχεις τιμαριθμοποιήσει / να τιμαριθμοποιήσεις / να τιμαριθμοποιείς | να έχει τιμαριθμοποιήσει / να τιμαριθμοποιήσει / να τιμαριθμοποιεί | να έχουμε τιμαριθμοποιήσει / να τιμαριθμοποιήσουμε / να τιμαριθμοποιούμε | να έχετε τιμαριθμοποιήσει / να τιμαριθμοποιήσετε / να τιμαριθμοποιείτε | να τιμαριθμοποιήσουν / να τιμαριθμοποιήσουνε / να τιμαριθμοποιούν / να τιμαριθμοποιούνε |
| Προστακτική | — | τιμαριθμοποίει / τιμαριθμοποίησε | — | — | τιμαριθμοποιήστε / τιμαριθμοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →