τιμαριωτικός
•
- ο σχετικός με το διοικητικό και στρατιωτικό σύστημα του τιμαριωτισμού που αναπτύχθηκε κυρίως στην οθωμανική αυτοκρατορία Βικιλεξικό
- το τιμαριωτικό σύστημα μεταρρυθμίστηκε σημαντικά το 1844, όταν η Τουρκία απέκτησε τακτικό στρατό
- Ἐν τῇ πρώτῃ συρράξει τοῦ ξενικοῦ τούτου τιμαριωτικοῦ κατασκευάσματος πρός τήν αὐτοκαλουμένων εὐτυχῆ τῶν Φράγκων ἑταιρείαν (felix societas Francorum) ὑπό τήν προστασίαν τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, οὐ τήν εἰκόνα ἔφερεν ἡ σφραγίς αὐτῶν, συνετρίβη ὡς ὑέλινον πλαστούργημα, οὐ οὐδέ τρῖμμα διεσώθη, (Π. Καλλιγά, Μελέται Βυζαντινῆς Ἱστορίας ἀπό τῆς πρώτης μέχρι τῆς τελευταίας Ἀλώσεως 1205-1453 , κεφ. Θ., τυπ. Ανέστη Κωνσταντινίδου, Αθήνα, 1894, σελ. 342
Ετυμολογία
τιμαριωτικός < τιμάριο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τιμαριωτικός | τιμαριωτική | τιμαριωτικό |
| Γενική | τιμαριωτικού | τιμαριωτικής | τιμαριωτικού |
| Αιτιατική | τιμαριωτικό | τιμαριωτική | τιμαριωτικό |
| Κλητική | τιμαριωτικέ | τιμαριωτική | τιμαριωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τιμαριωτικοί | τιμαριωτικές | τιμαριωτικά |
| Γενική | τιμαριωτικών | τιμαριωτικών | τιμαριωτικών |
| Αιτιατική | τιμαριωτικούς | τιμαριωτικές | τιμαριωτικά |
| Κλητική | τιμαριωτικοί | τιμαριωτικές | τιμαριωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →