τιμολογιακός
•
- σχετικός με την απόδοση τιμών σε προϊόντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιμολογιακός < τιμολόγιο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τιμολογιακός | τιμολογιακή | τιμολογιακό |
| Γενική | τιμολογιακού | τιμολογιακής | τιμολογιακού |
| Αιτιατική | τιμολογιακό | τιμολογιακή | τιμολογιακό |
| Κλητική | τιμολογιακέ | τιμολογιακή | τιμολογιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τιμολογιακοί | τιμολογιακές | τιμολογιακά |
| Γενική | τιμολογιακών | τιμολογιακών | τιμολογιακών |
| Αιτιατική | τιμολογιακούς | τιμολογιακές | τιμολογιακά |
| Κλητική | τιμολογιακοί | τιμολογιακές | τιμολογιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →